Εισαγωγή στη μουσικοκινητική αγωγή

Δυνατότητα και ικανότητα δημιουργίας έχουν όλα τα παιδιά ανεξάρτητα από το επίπεδο ωρίμανσης τους. Μέσα από τις ευκαιρίες και την ενθάρρυνση για δημιουργικότητα αναπτύσσεται και η φαντασία των παιδιών. Όταν η δημιουργική τους ικανότητα αφεθεί ελεύθερη και ανεπηρέαστη τότε δεν υπάρχουν όρια στην έμπνευση τους. Η δημιουργικότητα είναι εκείνη η ποιότητα της ζωής που βοηθάει στην ανακάλυψη νέων δυνατοτήτων επαφών, σχέσεων και εμπειριών. Αναπτύσσει ακόμη τη φαντασία και είναι βαθιά προσωπική. Ξέρουμε όλοι ότι τα παιδιά είναι ένας εύπλαστος κόσμος. Και η μουσική με την όποια της μορφή , μπορεί να παίξει ένα καθοριστικό ρόλο στην δόμηση του συναισθηματικού κόσμου τους. Μέσω της μουσικής, τα παιδιά μπορούν να εκφράσουν συναισθήματα , θετικά ή αρνητικά. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργήσουν μια, ίσως πιο ισορροπημένη προσωπικότητα.

Η εισαγωγή της μουσικής αγωγής στο νηπιαγωγείο και στον παιδικό σταθμό, αποτελεί το πρώτο βήμα για την έμπρακτη αισθητική αγωγή του παιδιού. Το ευαισθητοποιεί ως προς τη μουσική, το βοηθά να αντιληφθεί διαισθητικά τα στοιχεία της μουσικής π.χ το ρυθμό, την ένταση, τη διάρκεια των ήχων, το τονικό ύψος, τα ηχοχρώματα κλπ. Αναπτύσσει την ενεργητική ακοή του και το εξοικειώνει με τις μουσικές έννοιες. Ειδικά με τα μουσικοκινητικά παιχνίδια του δίνεται η δυνατότητα να εκφραστεί ελεύθερα, να χαλαρώσει και να εκτονωθεί, να συνεργαστεί με τα άλλα παιδιά και να αναπτύξει σιγά σιγά αυτοπειθαρχία μέσω της καλλιέργειας του ελέγχου και του συντονισμού των κινήσεων. Και πάνω απ’ όλα στόχος μας είναι η ευχαρίστηση που παίρνουν από την μουσική, η ευαισθησία που αναπτύσσεται σ΄ αυτά μέσω της μουσικής και η πειθαρχία που αποκτούν από τη συμμετοχή τους στις μουσικές δραστηριότητες που έχουν ως αποτέλεσμα να τα βοηθήσουν να μεγαλώσουν περισσότερο ευτυχισμένα, περισσότερο ώριμα και έτοιμα να πράξουν το ρόλο τους στην κοινωνία.

Βασικά στοιχεία μουσικοκινητικής αγωγής

Η μουσική αγωγή του παιδιού επιτυγχάνεται μέσα από μουσικές δραστηριότητες όπως: η φωνή-ο λόγος-το τραγούδι, η κίνηση, η χρήση μουσικών οργάνων, η ελεύθερη-αυτοσχέδια γραφή της μουσικής, η μουσική ακρόαση, τα μουσικά παιχνίδια, οι ρυθμικές και μελωδικές επενδύσεις, η μίμηση και η δραματοποίηση, τα μουσικά παραμύθια. Αυτές είναι και τεχνικές που χρησιμοποιεί ο Ορφ για να προσεγγίσει τη μουσική εκπαίδευση. Για τον Ορφ θα μιλήσουμε στη συνέχεια. Ας δούμε πρώτα πιο αναλυτικά αυτά τα βασικά στοιχεία της μουσικοκινητικής αγωγής.

1) Λόγος -Φωνή -τραγούδι

Ο ρυθμικός λόγος, με το ρυθμό και τη μελωδία που απορρέουν από την εκφορά τους, αποτελούν σημαντικά στοιχεία του συστήματος. Ο Ορφ, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο στοιχείο του λόγου όταν προσάρμοζε τις αρχικές του ιδέες στις εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιών, γιατί πίστευε ότι το σταδιακό πέρασμα από τα λεκτικά σχήματα – στις ρυθμικές δραστηριότητες, από το τραγούδι και την κίνηση – στα μουσικά όργανα, είναι η πιο αβίαστη και φυσική διαδοχή ολοκληρωμένων μουσικών εμπειριών.

Ο έμφυτος ρυθμός της μητρικής γλώσσας των παιδιών, χρησιμοποιείται ως αφετηρία για την παραπέρα εξερεύνηση του ρυθμού, της μουσικής και της κίνησης. Ο λόγος ως μέσο, χρησιμοποιείται για τη μελέτη των φθόγγων, των φωνημάτων, ύστερα ακολουθούν λέξεις, προτάσεις, ποιήματα, παροιμίες, γνωμικά και κατόπιν γλωσσοδέτες και λαχνίσματα.

Αυτό το ταξίδι στο λεκτικό βασίλειο των παιδιών, πέρα από τη σωστή χρήση του προφορικού λόγου, προσφέρει απεριόριστες δυνατότητες για μουσικούς και ρυθμικούς πειραματισμούς – αυτοσχεδιασμούς. Ακόμη αποκαλύπτει, τη δυναμική που απορρέει από τη μελισματική εκφορά του λόγου ή τη ρυθμική αρμονία που κρύβει ο έμμετρος λόγος. Η μουσική συνδέει τη γλωσσική φόρμα με το νόημα της λέξης και τη χειρονομία. Η φυσική συνέχεια του ρυθμικού και μελισματικού λόγου, είναι το τραγούδι. Τα παιδιά, από τη βρεφική κιόλας ηλικίας τραγουδούν. Το κλάμα του μωρού δεν είναι τίποτε άλλο από μία ιδιότυπη μελωδική γραμμή, πάνω σε «στίχους» ενός ή δύο φθόγγων, κυρίως φωνηέντων.

Η άμεση σχέση του λόγου με το τραγούδι, είναι άλλος ένας σημαντικός παράγοντας που υπαγορεύει την ένταξη του πρώτου, στο σύνολο των εκπαιδευτικών – μουσικών δραστηριοτήτων. Πολλές φορές τα όρια απαγγελίας – τραγουδιού αλληλοεπικαλύπτονται. Αυτό όμως, δε μειώνει καθόλου την αξία του προφορικού λόγου – ρυθμικού ή μελισματικού – ως μέσου αισθητικής καλλιέργειας των παιδιών γενικότερα.

Το τραγούδι στο νηπιαγωγείο πρέπει να είναι ευχάριστο στο άκουσμα, με απλή μελωδική γραμμή, ξεκάθαρα ρυθμικά σχήματα, απλό στίχο και περιεχόμενο ανάλογο των ενδιαφερόντων και των βιωμάτων τους. Τα περισσότερα παιδιά τραγουδούν αυθόρμητα. Η πρώτη μελωδική δοκιμή γίνεται ακόμα χωρίς να συνειδητοποιούν τη διαφορά του τονικού ύψους και την ακριβή κίνηση της μελωδίας. Μιμούνται και συμμετέχουν κατά προσέγγιση δεδομένα τραγούδια με βασικό στήριγμα τον λόγο και το ρυθμό του. Το τραγούδι αποτελεί τη πιο άμεση εκφραστική μας ικανότητα, αναπτύσσει τη μουσικότητα, εκτονώνει συναισθηματικά και ηρεμεί. Όταν λειτουργεί μαζί με τα μουσικά όργανα βοηθάει στην απόκτηση ανεξαρτησίας της φωνής και των χεριών, της τεχνικής στα μουσικά όργανα.

Το τραγούδι διακρίνεται, ως προς το περιεχόμενο, σε: Παιδαγωγικό (καλλιεργεί τα ανθρωπιστικά ιδεώδη στην ψυχή του παιδιού), Ψυχαγωγικό (αποσκοπεί στη διασκέδαση/ψυχαγωγία του παιδιού), Φυσιολογικό (συντελεί στις σωστές ψυχοκινητικές δραστηριότητές του, π.χ. αναπνοή), Πατριωτικό (εμπνέει στο παιδί την αγάπη για την πατρίδα του), Θρησκευτικό (για τη θρησκευτική συνείδηση του παιδιού), Κοινωνικό (συντελεί στην ανάπτυξη της κοινωνικότητας, του αισθήματος ευθύνης και πειθαρχίας του παιδιού) και Καλλιτεχνικό (αφυπνίζει τις πρώτες καλλιτεχνικές του τάσεις).

Το πιο σπουδαίο μουσικό όργανο που έχουμε όλοι μαζί μας είναι η φωνή. Τραγουδώντας οι άνθρωποι όλων των λαών της γης έχουν φτιάξει, από τα πολύ παλιά χρόνια μέχρι σήμερα, μερικές από τις ωραιότερες μουσικές που έχουν γίνει ποτέ. Από μικρή ηλικία τα παιδιά μαθαίνουν στιχάκια, αινίγματα, παροιμίες, λαχνίσματα και γλωσσοδέτες αργότερα. Συνηθίζουν στη ρυθμική απαγγελία που προκύπτει αβίαστα από τον τονισμό των λέξεων και τον παλμό της ομοιοκαταληξίας. Ο ρυθμός του λόγου, οι διακυμάνσεις στην ένταση της φωνής, η έμφαση στην εκφορά των λέξεων, η επανάληψη, η επιβράδυνση και επιτάχυνση λέξεων μας παραπέμπουν στις μουσικές έννοιες του μέτρου, των ρυθμικών σχημάτων, της δυναμικής, του τόνου, της δομής. Απ’ αυτήν την άποψη το τραγούδι μπορεί να είναι: με συνοδεία οργάνων, χωρίς συνοδεία οργάνων (όπως συμβαίνει με τη Βυζαντινή μουσική που ψάλλουν στην εκκλησία μας), με λόγια (στίχους δηλαδή), αλλά και χωρίς λόγια όπου η φωνή τραγουδάει μόνο μια μελωδία σαν ένα μουσικό όργανο, χορωδιακό τραγούδι όπου πολλές φωνές τραγουδούν μαζί, τραγούδια που τα λένε χορεύοντας ή παίζοντας θέατρο (όπως συμβαίνει στην όπερα) κ.α.

Η εκπαιδευτικός επιλέγει ανάμεσα σε ένα πλήθος ωραίων τραγουδιών κάθε είδους (δημοτικών, ρεμπέτικων, έντεχνων, τζαζ, ροκ, σύγχρονης μπαλάντας, διαφορετικών περιόδων και πολιτισμών κλπ). Δεν περιοριζόμαστε σε ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής, για παράδειγμα δεν βάζουμε στα παιδιά να ακούνε μόνο κλασσική ή μόνο παιχνιδοτράγουδα αλλά τους προσφέρουμε την ποικιλία ώστε να καταλάβουν ότι υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι να εκφραστεί κανείς με τη μουσική. Μια δραστηριότητα που θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ ενδιαφέρουσα θα ήταν να έβρισκε η παιδαγωγός τραγούδια άλλων μουσικών παραδόσεων τα οποία μιλούν για τα ίδια πράγματα με αντίστοιχα ελληνικά τραγούδια (π.χ. νανουρίσματα, ταχταρίσματα, λαχνίσματα κλπ).

Μαθαίνοντας ένα τραγούδι που τους αρέσει, η παιδαγωγός πρέπει να γνωρίζει τα βήματα που θα ακολουθήσει και να έχει βεβαιωθεί ότι τους αρέσει αρκετά ώστε να θέλουν να το ακούσουν αρκετές φορές για να το μάθουν. Αρχικά το ακούν απλά. Η παιδαγωγός τα παρακινεί να κάνουν υποθέσεις για το ποια μουσικά όργανα ακούγονται σ’ αυτό το τραγούδι. Το ακούνε για δεύτερη φορά και τα ενθαρρύνει να χτυπάνε το ρυθμό (πχ παλαμάκια). Χαμηλώνουν την ένταση της μουσικής και τα προτρέπει να ακούσουν προσεκτικά τα λόγια του τραγουδιού. Μετά συζητούν για το περιεχόμενό του, ποιος το έγραψε και γιατί, τι θέλει να μας πει κλπ. Έπειτα τα παιδιά χωρίζονται σε 2 ομάδες: των τραγουδιστών και των μουσικών. Η ομάδα των τραγουδιστών δοκιμάζει να τραγουδήσει το τραγούδι και η ομάδα των μουσικών συνοδεύει χτυπώντας το ρυθμό (πχ με παλαμάκια ή με μουσικά όργανα). Οι 2 ομάδες μπορούν να αλλάζουν ρόλους. Σε επόμενη εκτέλεση οι μουσικοί γίνονται τραγουδιστές και οι τραγουδιστές μουσικοί.

2) Η κίνηση

Η κίνηση είναι πολύ σημαντικό στοιχείο της μουσικο-κινητικής αγωγής. Χωρίς αυτήν θα είχαμε μόνο μουσική αγωγή, εκμάθηση δηλαδή των μουσικών εννοιών, των 7 φθόγγων, της γραφής τους στο πεντάγραμμο, θα μαθαίναμε να παίζουμε π.χ. φλογέρα όπως γίνεται σε ένα ωδείο. Όμως στο νηπιαγωγείο και στον παιδικό σταθμό, η κίνηση είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας. Τα παιδιά κινούνται διαρκώς, έχουν απίστευτη ενεργητικότητα και αν δεν τα βοηθήσουμε μέσα από δραστηριότητες να διοχετεύσουν την ενέργειά τους σε εποικοδομητικές ασχολίες (έμμεση μάθηση μέσα από το παιχνίδι), τότε αυτή πολύ πιθανόν να διοχετευθεί σε εχθρικές πράξεις π.χ ξυλοδαρμούς εναντίον άλλων παιδιών. Τόσο σημαντική είναι η κίνηση. Μέσα από αυτήν το παιδί μαθαίνει να συντονίζει τις κινήσεις του, κι αυτό είναι απαραίτητο για τη δόμηση του Σωματικού του Σχήματος (εικόνας για το σώμα του).

Οι κινήσεις που δοκιμάζουμε από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας για να ανακαλύψουμε τον κόσμο είναι ένα γνωστό και αγαπημένο πεδίο ατελείωτων πειραματισμών για τα παιδιά, μια έμφυτη ανάγκη. Οι ίδιες κινήσεις, περπάτημα, τρέξιμο, στροφή, τέντωμα, σπρώξιμο, τράβηγμα, σύρσιμο, άλμα χρησιμοποιούνται στη μουσικοκινητική με τη λιτή συνοδεία ενός τυμπάνου ή μικρών κρουστών οργάνων και μας οδηγούν να νιώσουμε στη πράξη τις ρυθμικές αξίες, τις παύσεις, τα μέτρα, τη δυναμική, τη φόρμα. Μέσα από τη κίνηση γνωρίζουμε τις μουσικές έννοιες, ξεχωρίζουμε τον ήχο μεγάλης διάρκειας από τον κοφτό, συνειδητοποιούμε ψηλές και χαμηλές νότες, αντιδρούμε στο γρήγορο και στο αργό. Μέσα από τη κίνηση συνειδητοποιούμε το σώμα μας και τις δυνατότητές του, απελευθερωνόμαστε, εκφράζουμε συναισθήματα, αντιλαμβανόμαστε το χώρο που μας περιβάλλει. Μέσα από την ομαδική κινητική δράση συντονιζόμαστε και επικοινωνούμε μεταξύ μας, αντιδρούμε και συνεργαζόμαστε, οδηγούμε και ακολουθούμε. Μέσα από πολλαπλά κινητικά παιχνίδια οξύνουμε την παρατηρητικότητα και αναπτύσσουμε την προσωπική φαντασία και εκφραστικότητα.

Στη μουσικοκινητική φτιάχνουμε απλά κινητικά μοτίβα για να συνοδεύσουμε τη μουσική, ενώ άλλες φορές η κίνηση δίνει την αφορμή για να φτιαχτεί μουσική. Ανάλογα με τον στόχο που θέλουμε να επιτύχουμε χρησιμοποιούμε την κίνηση για χαλάρωση ή εκτόνωση, έκφραση, αυτοσχεδιασμό ή αναπαράσταση.

Τα παιδιά, από πολύ μικρή ηλικία επιδίδονται σ’ ένα σύνολο αυθόρμητων κινητικών δραστηριοτήτων με όλο τους το σώμα ή με κάποια μέλη του. Αυτές οι κινήσεις, που συχνά έχουν και ηχηρό αποτέλεσμα (παλαμάκια, κτυπήματα ποδιών, επιφωνήματα), μοιάζουν σαν ένα ανεπιτήδευτο παιχνίδι. Ωστόσο, μπορούν να αποτελέσουν ένα σημαντικό έναυσμα για την αρχή μιας ρυθμικής – μουσικής αγωγής.

Η κίνηση φυσικά δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά ένα μέσο για τη μουσική και αισθητική ανάπτυξη των παιδιών. Οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται, μέσα στα πλαίσια μιας δημιουργικής ανάπτυξης των κινητικών δραστηριοτήτων των νηπίων, δεν είναι άλλες από αυτές της μίμησης, της εξερεύνησης, του αυτοσχεδιασμού και της συσχέτισης της μουσικής σημειογραφίας με τη σημειολογία του σώματος. Λόγω αυτής της παιδαγωγικής επικάλυψης, η μουσική και η κίνηση, αλληλοσυμπληρώνονται, με στόχο ή αποτέλεσμα ενίοτε, ένα ολοκληρωμένο μουσικοκινητικό δρώμενο.

3) Η χρήση μουσικών οργάνων

Η χρήση μουσικών οργάνων στις περισσότερες περιπτώσεις είναι για την παιδαγωγό υπόθεση ρουτίνας εφόσον παρέχονται από το νηπιαγωγείο διάφορα τυμπανάκια, μαράκες, κουδουνάκια, τριγωνάκια, ντέφια, ξυλόφωνα, μεταλλόφωνα κλπ. Σε άλλες περιπτώσεις έχουμε την κατασκευή αυτοσχέδιων μουσικών οργάνων. Τα όργανα χρησιμοποιούνται, στις δραματοποιήσεις των τραγουδιών είτε συνοδεύοντας το ρυθμό, είτε επενδύοντας μουσικά με ήχους των εικόνων που δημιούργησαν τα παιδιά.

Στην επαφή των παιδιών με τα κρουστά όργανα οι ηχηρές κινήσεις αποτελούν ένα πρώτο πεδίο εξερεύνησης του ήχου, του ρυθμού και της κίνησης που το παράγει, μια προπαρασκευή για το παίξιμο των οργάνων. Παλαμάκια, στράκες με τα δάχτυλα, χτύποι στα πόδια, τους μηρούς, αλλά και ήχοι με το στόμα μας δίνουν ποικιλία στο ηχόχρωμα. Βοηθούν στην εξάσκηση της ακουστικής παρατηρητικότητας, της ετοιμότητας, της συγκέντρωσης, στην απόκτηση συντονισμού της κίνησης και στην εξοικείωση με το ρυθμό. Επόμενο βήμα είναι η εξερεύνηση των μικρών κρουστών οργάνων που μας οδηγούν σταδιακά και στα μελωδικά κρουστά τα μεταλλόφωνα και τα ξυλόφωνα. Τα πρώτα κομμάτια είναι τονικά απλά και συνοδεύονται εύκολα με ένα ισοκράτη σε ντο-σολ. Σύντομα τα παιδιά θα εξοικειωθούν με το σωστό κράτημα και χτύπημα της μπαγκέτας που παράγει το επιθυμητό ήχο. Με τη χρήση μιας πεντατονικής κλίμακας τα παιδιά μπορούν να αυτοσχεδιάζουν ελεύθερα αφού δεν θα υπάρχει συνήχηση που θα χαλάσει το αρμονικό άκουσμα. Σε αυτό το στάδιο τα παιδιά ενθαρρύνονται να παίζουν μιμητικά και από μνήμη προκειμένου να αποκτήσουν μια πραγματικά δική τους προσωπική σχέση με το όργανο, τους ήχους και την αμεσότητα της έκφρασής τους.

Η κατασκευή μουσικών οργάνων προσφέρει πολλά στο παιδί, και πάνω απ’ όλα τη χαρά της δημιουργίας, που για να τη νιώσει δε χρειάζεται ακριβά όργανα ή τέλειες μουσικές γνώσεις. Όταν κατασκευάζουν τα παιδιά ένα μουσικό όργανο, ο καταμερισμός της εργασίας είναι πολύ βασικός. Αναλαμβάνουν να φέρουν κάτι σε πέρας μαζί, επιστρατεύουν γι αυτό το κοινό στόχο όλες τις δεξιότητές τους και μαθαίνουν να συνεργάζονται. Καλό είναι η δουλειά να μη γίνεται από τον ενήλικα και να μη δίνονται έτοιμα όλα στα παιδιά, αλλά να δουλεύουν τα ίδια τα παιδιά ώστε στο αποτέλεσμα της διαδικασίας να αναγνωρίζει ο καθένας ένα κομμάτι του εαυτού του. Όταν συμβαίνει αυτό, έχουν ένα παραπάνω κίνητρο για να μάθουν να το χρησιμοποιούν.

Αυξάνεται η δεκτικότητά τους και συμμετέχουν πιο δημιουργικά κι ουσιαστικά στο μάθημα της μουσικής. Βέβαια τα έχουμε φέρει σε επαφή προηγουμένως με υπαρκτά μουσικά όργανα. Γνωρίζουν ότι υπάρχουν πχ πληκτροφόρα έγχορδα όπως το πιάνο, έγχορδα με δοξάρι όπως το βιολοντσέλο και το κοντραμπάσο, άλλα χορδόφωνα όπως η κιθάρα, ξύλινα πνευστά / αερόφωνα όπως το όμποε, το φαγκότο και το κλαρίνο, έγχορδα που τα χτυπάμε (κρουόμενα) όπως το σαντούρι κλπ. Εννοείται ότι ξέρουν πώς ακούγεται καθένα από αυτά τα όργανα, το έχουν δει σε φωτογραφίες και, αν είναι δυνατόν, το έχουμε φέρει στην τάξη να το δουν από κοντά. Οξύνεται η φαντασία και η παρατηρητικότητά τους καθώς χρησιμοποιούν για την κατασκευή τους ως πρότυπα τα υπαρκτά μουσικά όργανα, επισημαίνουν τα απαραίτητα μέρη του οργάνου, μαθαίνουν τη χρήση των εργαλείων που θα χρησιμοποιήσουν και το πώς το μουσικό όργανο που θα κατασκευάσουν θα βγάλει ήχο. Δεν αρκεί η κατασκευή τους να έχει πρωτότυπη εμφάνιση ή πλούσια διακόσμηση. Πρέπει απαραίτητα να βγάξει και ήχο.

Ο ήχος παράγεται με τη δόνηση ενός σώματος. Τέτοιου είδους σώματα μπορούν να είναι η χορδή, ο αέρας, μια μεμβράνη δέρματος, το ξύλο, η πέτρα, το γυαλί, το μέταλλο. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ήχου είναι το τονικό ύψος(οξύτητα), η ένταση (δυναμική), η διάρκεια και το ηχόχρωμα (χροιά). Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι και κριτήρια για την κατασκευή μας. Η γνώση αυτή μας χρησιμεύει όταν κληθούμε να ‘διδάξουμε’ στα παιδιά τα χαρακτηριστικά του ήχου, να προκαλέσουμε δηλαδή το ενδιαφέρον τους και να φροντίσουμε να τα αντιληφθούν βιωματικά. Αυτό σημαίνει πως ο τρόπος που θα επιλέξουμε να προσεγγίσουμε τις έννοιες του ήχου, πρέπει να είναι κοντά στα ενδιαφέροντα και στα βιώματα των παιδιών. θα έχουμε στη διάθεσή τους ήχους διαφορετικής οξύτητας, παρμένους από την καθημερινότητα. Θα βοηθήσουμε τα παιδιά να διακρίνουν μεταξύ δυνατών και σιγανών ήχων (πχ χτυπώντας το τυμπανάκι πότε δυνατά για να τρέχουν, και πότε σιγά για να περπατάνε) ώστε να βιώσουν την ένταση. Για να αντιληφθούν τη διάρκεια θα χρησιμοποιήσουμε ένα πληκτροφόρο όπως ένα μικρό αρμόνιο, και θα δούμε πώς ακούγεται το πλήκτρο αν το πιέσουμε μια φορά και μετά τ’ αφήσουμε, και πόσο διαφορετικά ακούγεται το ίδιο πλήκτρο αν το κρατήσουμε για λίγη ώρα πιεσμένο. Για τη χροιά μπορούμε να ακούσουμε μια νότα στο μεταλλόφωνο και την ίδια νότα στη φλογέρα, και να συγκρίνουμε τα 2 ακούσματα.

Για να αποδοθεί το μέγιστο του ήχου ενός σώματος, πρέπει να μην παρεμποδίζεται η δόνησή του, πρέπει να ακουμπά δηλαδή σε μέσα που δεν απορροφούν τους κραδασμούς, πχ σε λάστιχο, αφρολέξ, σφουγγάρι, τσόχα. Όσο μεγαλύτερο είναι ένα σώμα τόσο βαρύτερο ήχο παράγει και, αντίθετα, όσο μικρότερο είναι τόσο οξύτερο ήχο παράγει. Ανάλογα με το είδος οργάνου που θέλουμε να κατασκευάσουμε, ο ήχος παράγεται με διαφορετικό τρόπο. Π.χ. στα έγχορδα ο ήχος παράγεται από χορδές. Στα πνευστά ο ήχος παράγεται με το φύσημα αέρα και στα κρουστά παράγεται με κρούση.

Κάθε παιδί οποιασδήποτε ηλικίας, όταν πάρει στα χέρια του ένα μουσικό όργανο, νιώθει την ανάγκη να πειραματισθεί μαζί του και να αυτοσχεδιάσει. Το μουσικό αποτέλεσμα αυτών των αυτοσχεδιασμών, μπορεί να μην είναι πολύ ευχάριστο, από μουσικής πλευράς, ικανοποιεί όμως μια δυνατή επιθυμία του παιδιού, να δημιουργήσει μουσικά. Στον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό με όργανα, δεν υπάρχει περιορισμός στο τι θα μπορούσαν να ανακαλύψουν τα παιδιά. Όταν οι πειραματισμοί πάρουν μια συγκεκριμένη μουσική μορφή, καλό είναι να ηχογραφούνται έτσι ώστε τα παιδιά να έχουν τη δυνατότητα να ακούν αυτό που δημιούργησαν, να το σχολιάζουν και ακόμη να γίνεται αφετηρία για καινούργιες ιδέες και περαιτέρω αυτοσχεδιασμό.

Αυτοσχεδιασμός με τη φωνή και τα μουσικά όργανα. Άπλα σχήματα λόγου, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για μελωδικούς αυτοσχεδιασμούς με τη φωνή και τα μουσικά όργανα. Π.χ Δουλεύοντας σε ζευγάρια ή μικρές ομάδες, μπορούν να κάνουν ερωτήσεις-απαντήσεις μεταξύ τους. Π.χ Πως σε λένε; Άννα. Που πας; Στο σχολείο. Οι μεγαλύτερες προτάσεις ενθαρρύνουν τη δημιουργία μελωδιών με μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Π.χ στίχοι από ποιήματα κ.λ.π είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για μελοποίηση.

Όταν ένα ρυθμικό παιχνίδι ή κάποιο τραγούδι συνοδεύεται από τα όργανα που κατασκεύασαν τα ίδια τα παιδιά, ενισχύεται το ενδιαφέρον τους για τη μουσική.

Για να βγάλει ήχο η κατασκευή μας πρέπει πρώτα να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τα υλικά / εργαλεία. Τα όργανα αυτά κατασκευάζονται από αντικείμενα που βρίσκονται γύρω μας ή από φυσικά υλικά όπως το καλάμι. Τα μεγέθη, τα σχήματα και η πυκνότητα των υλικών διαφέρουν από κομμάτι σε κομμάτι. Η βασική ιδέα είναι να εκμεταλλευόμαστε τα υλικά που βρίσκουμε γύρω μας και που συνήθως είναι για πέταμα. Υπολείμματα ξύλων, μετάλλων, άδεια κουτιά, λάστιχα κλπ αποτελούν τη βάση για να γίνουν τα μουσικά μας όργανα. Φυσικά όσο λιγότερα εργαλεία χρησιμοποιούμε τόσο πιο απλές ηχητικές κατασκευές κάνουμε. Όπως είναι κατανοητό, με την κατασκευή μουσικών οργάνων συνδυάζουμε τη μουσική με τα εικαστικά.

Οι κατασκευές μουσικών οργάνων είναι καλύτερα να γίνονται σε μικρές ομάδες δύο-τριών παιδιών. Καλό είναι να υπάρχει ένας ξεχωριστός χώρος για τα υλικά των κατασκευών. Ο/η παιδαγωγός πρέπει να έχει υπολογίσει τις κατασκευαστικές δυσκολίες, την ηλικία των παιδιών και να τα επιβλέπει πάντα καθώς χρησιμοποιούν τα εργαλεία, ώστε να μη γίνουν μικροατυχήματα. Κάποιες μικροεκδορές πάντως ίσως υπάρξουν, που συνήθως συμβαίνουν από έλλειψη προσοχής. Σε αυτή την περίπτωση, καλό θα είναι να υπάρχει ένα πρόχειρο φαρμακείο, που θα περιλαμβάνει: μερικούς αυτοκόλλητους επιδέσμους διαφόρων μεγεθών, αποστειρωμένες γάζες, λευκοπλάστη, οξυζενέ και ιώδιο.

Μερικά υλικά που μπορούν να έχουν στη διάθεσή τους τα νήπια (5 ετών, όχι μικρότερα), είναι: λεπτό σύρμα χαλκού ή μαλακού μπρούτζου, σπάγκος βαμβακερός, σισάλ (ίνες φυτού) ή από άλλα φυτικά υλικά, κόλλες UHU κ.α.

Το τυμπανάκι είναι το πιο απλό στην κατασκευή του. Γίνεται με μία λεκάνη, μια γλάστρα πλαστική, μία κατσαρόλα ή κουτιά διαφόρων ειδών, μεγεθών και ποιοτήτων. Σκεπάζουν τα παραπάνω σκεύη με πλαστικό μουσαμά, με χοντρό νάιλον ή με δέρμα και τα δένουν σφιχτά, γύρω γύρω με σύρμα ή με πετονιά. Χτυπούν το τύμπανο με ξύλινη κουτάλα.

Μαράκες φτιάχνουμε από κουτιά και μπουκάλια διαφόρων ειδών και ποιοτήτων και μικροαντικείμενα όπως σπόρους, βόλους, χάντρες, κουμπιά, φακές, βότσαλα, άμμο κλπ. Βάζουν στα δοχεία μερικά από τα μικροαντικείμενα (μπορούν να βάλουν τα ίδια ή διαφορετικά σε κάθε δοχείο) και τα κλείνουν καλά.

Φλογέρες φτιάχνουν απλά με ένα ξερό καλάμι στο οποίο ανοίγουν μία ή περισσότερες τρύπες.

Αυλό / Φλογέρα του πάνα φτιάχνουν με μερικά κομμάτια καλαμιού σε διάφορα μήκη από 3-5 εκατοστά. Τα στερεώνουμε το ένα δίπλα στο άλλο με σπάγκο ή με μονωτική ταινία, έτσι ώστε οι άκρες να βρίσκονται στην ίδια ευθεία.

Η κιθάρα κατασκευάζεται με άδεια κουτιά παπουτσιών στο καπάκι των οποίων ανοίγουμε μια τρύπα. Στις άκρες κατά μήκος του κουτιού στερεώνουμε με συραπτικό τεντωμένα 5 λάστιχα διαφορετικού πάχους.

Καστανιέτες φτιάχνουν με ένα κομμάτι χαρτόνι 14cm X 4cm τσακισμένο ακριβώς στη μέση. Κολλάμε σε καθεμιά άκρη του χαρτονιού, από μισό καρύδι που του έχουμε αδειάσει την ψύχα. Φροντίζουμε οι 2 άκρες να βρίσκονται ακριβώς απέναντι ώστε να παράγεται ήχος ανοιγοκλείνοντας το χαρτόνι.

Για να φτιάξουμε Κουδούνια στερεώνουμε ένα τεντωμένο σχοινί ή σύρμα ή πετονιά, στις 2 άκρες μιας σφεντόνας. Από το τεντωμένο σχοινί μπορούμε μετά να κρεμάσουμε κλειδιά, γάντζους για κάδρα κλπ.

Μαντολίνο φτιάχνουμε αν αφαιρέσουμε τους σπόρους από το εσωτερικό μιας νεροκολοκύθας, και στο άνοιγμα που δημιουργούν στερεώσουμε πετονιά για χορδή.

4) Γραφή (ελεύθερη) της μουσικής

Όταν μιλάμε για γραφή (ελεύθερη) της μουσικής δεν εννοούμε βέβαια να διδάξουμε στο 4χρονο να σημειώνει τις νότες στο πεντάγραμμο αλλά να ζωγραφίζει πώς θα απεικόνιζε τις νότες. Τα παιδιά έχουν δικό τους τρόπο να μετράνε π.χ το ύψος τους (‘η Γιώτα είναι 2 καλαμάκια πιο κοντή από τη Μαρία’), την απόσταση (‘το τραπέζι είναι 8 βήματα μακριά από την καρέκλα’)! Πριν οι παιδαγωγοί στο Δημοτικό συνήθως τα διδάξουν τον συμβατικό τρόπο για τα εκατοστά, τα μέτρα κλπ, έχουν τις δικές τους μονάδες μέτρησης. Στις πολύ μικρές ηλικίες δεν πρέπει να αποθαρρύνουμε τα παιδιά λέγοντάς τους ότι ‘δεν είναι σωστό’ να μετράνε το ύψος τους σε καλαμάκια αλλά να δίνουμε έμφαση στο ότι προς το παρόν διαπιστώνουν την αναγκαιότητα να μετρήσουν. Τι μονάδα χρησιμοποιούν γι αυτό το σκοπό δεν μας απασχολεί ακόμη. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μουσική. Σκοπός μας είναι να οδηγήσουμε τα παιδιά στη διαπίστωση ότι πρέπει με κάποιο τρόπο να απεικονίσουν στο χαρτί αυτό που ακούνε.

Όταν χτυπάμε το τυμπανάκι 2 φορές, θα είναι σημάδι ότι πετύχαμε το σκοπό μας αν τα παιδιά προσπαθήσουν με οποιοδήποτε τρόπο να ‘γράψουν’ τα 2 χτυπήματα και προβληματιστούν για το πώς θα το κάνουν ώστε ο Γιάννης που λείπει να καταλάβει ότι χτυπήσαμε το τυμπανάκι 2 φορές, ώστε να θυμόμαστε τι παίξαμε στο τυμπανάκι και μετά από λίγες μέρες κλπ. Το κίνητρο μπορεί να είναι οτιδήποτε ενεργοποιεί τα παιδιά τη δεδομένη στιγμή. Ο προβληματισμός αυτός είναι ένας μακροπρόθεσμος στόχος. Δεν κάνουμε δηλαδή σήμερα μια δραστηριότητα να ζητάμε από τα παιδιά να καταγράψουν όπως θέλουν αυτό που παίζουμε, ενώ αύριο το έχουμε ξεχάσει. Τα παιδιά θα προβληματιστούν σήμερα, θα απεικονίσουν με τον τρόπο τους τα 2 χτυπήματα (π.χ ζωγραφίζοντας 2 καρδούλες), αλλά αύριο που ο Γιάννης δε θα καταλαβαίνει ότι πρόκειται για χτυπήματα στο τυμπανάκι και που δε θα θυμόμαστε τι αφορούσε η ζωγραφιά, θα συνεχιστεί ο προβληματισμός. Θα αναγκαστούν τα παιδιά να τροποποιήσουν τη ζωγραφιά τους ώστε να καταλαβαίνουν όλοι ότι πρόκειται για χτυπήματα στο τυμπανάκι. Μπορεί για παράδειγμα να προσθέσουν στη ζωγραφιά τους ένα τυμπανάκι. Κι αν πάλι δεν καταλαβαίνουν, ας πούμε, τα παιδιά της διπλανής τάξης, ότι πρόκειται για μουσική, συνεχίζουν τις προσπάθειες. Όταν δούμε πως δεν μπορούν από μόνα τους να προχωρήσουν άλλο, όταν κοντεύουν να εγκαταλείψουν την προσπάθεια τότε τους δίνουμε ερέθισμα για περαιτέρω προβληματισμό π.χ ‘μήπως να ζωγραφίζαμε τις 2 καρδούλες πάνω σε 5 ευθείες γραμμές;’, ‘και που θα ξέρουμε αν χτύπησε το τυμπανάκι γρήγορα ή αργά; Με τον ίδιο τρόπο θα ζωγραφίσω τα χτυπήματα στο τυμπανάκι είτε είναι γρήγορα είτε αργά;’ κλπ. Σε καμία περίπτωση όμως δεν δίνουμε έτοιμη την απάντηση ούτε ‘διδάσκουμε’ μουσική.

Στα μεγαλύτερα παιδιά, που του χρόνου θα πάνε στο Δημοτικό, δεν είναι ουτοπικό να μιλάμε για πεντάγραμμο και για νότες, ακόμη κι αν οι νότες με αξία ¼ απεικονίζονται σα γλαστράκια, οι νότες 4/4 σαν μήλα κλπ. Βασικό στοιχείο στη μουσική γραφή, είναι να αντιληφθούν τα μεγαλύτερα παιδιά ότι, η κάθε γραμμή και το κάθε διάστημα του πενταγράμμου αντιπροσωπεύουν και ένα διαφορετικό μουσικό ήχο. Βασική προϋπόθεση για την εκμάθηση της μελωδικής γραφής είναι η αντίληψη της τονικότητας (το διαφορετικό ύψος των ήχων) μέσω μελωδικών σχημάτων που δημιουργούνται με τη χρήση της φωνής κυρίως αλλά και με τη χρήση των μουσικών οργάνων.

Γενικά, η μουσική ανάγνωση και γραφή είναι μια δραστηριότητα που εισάγεται αφότου το παιδί αποκτήσει αρκετές εμπειρίες με τον ήχο μέσω των άλλων δραστηριοτήτων. Γι αυτό κάνουμε λόγο για παιδιά από 6 ετών. Για να αποκτήσουν την ικανότητα να χρησιμοποιούν γραπτή γλώσσα της μουσικής, θα πρέπει καθένα:

· Να αναγνωρίζει τα σύμβολα για τη χρονική διάρκεια των ήχων

· Να γνωρίζει τα ονόματα των γραμμών και των διαστημάτων στο πεντάγραμμο.

· Να χρησιμοποιεί τα φθογγόσημα, να γνωρίζει τα ονόματα τους και να τα αναγνωρίζει στο πεντάγραμμο.

· Να αναγνωρίζει ρυθμικά και μελωδικά σχήματα και να μπορεί να τα εκτελεί.

· Να αναγνωρίζει όμοιες και διαφορετικές φράσεις σ΄ ένα τραγούδι.

· Να εκτελεί φωνητικά μελωδίες με τα ονόματα των φθογγόσημων.

· Να εκτελεί μουσική σε όργανα.

· Να αναγνωρίζει την κλίμακα στην οποία είναι γραμμένο ένα τραγούδι

· Να αποκτήσει την ικανότητα να ξεχωρίζει ακουστικά και οπτικά τις μείζονες και τις ελάσσονες κλίμακες.

· Να αναγνωρίζει τραγούδια από τη μουσική τους γραφή.

Μουσική Ακρόαση

Η ακοή της μουσικής στα παιδιά προσχολικής ηλικίας έχει να κάνει με την παθητική και την ενεργητική ακρόαση. Παθητική μουσική ακρόαση εφαρμόζεται στα μικρά παιδιά μέχρι 4 ετών. Ακούμε ένα μουσικό κομμάτι ενώ κάνουμε κάτι άλλο π.χ ζωγραφίζουμε και δεν έχουμε το μυαλό μας στη μουσική που ακούγεται. Ενεργητική μουσική ακρόαση έχουμε στα νήπια όταν αρχίζουν να φαντάζονται κάτι κλείνοντας τα μάτια κι ακούγοντας το μουσικό κομμάτι, όταν προσέχουν τη μελωδική γραμμή, τα ρυθμικά στοιχεία, τη χροιά κ.α, όταν δείχνουν με κάποιο τρόπο ότι την παρακολουθούν. Τέτοιοι τρόποι μπορεί να είναι η κίνηση με το σώμα, η συνοδεία με παλαμάκια στο ρυθμό, ή με όργανα, και η καταγραφή, κυρίως με γραφική απεικόνιση.

Καθώς αυξάνεται η εξοικείωση των παιδιών με τους ήχους διαφορετικών μουσικών οργάνων, αυξάνεται και η ικανότητά τους να διακρίνουν ποιο όργανο ακούγεται. Ακούν ένα μουσικό κομμάτι, που το επιλέγει η εκπαιδευτικός, στο οποίο κυριαρχούν και διακρίνονται καθαρά οι ήχοι από ένα συγκεκριμένο μουσικό όργανο. Η εκπαιδευτικός παροτρύνει τα παιδιά να αναγνωρίσουν τους συγκεκριμένους ήχους και να το δηλώσουν με κάποιο τρόπο. Πχ. Όταν νομίζετε ότι ακούτε ήχους από βιολί μπορείτε να χτυπάτε παλαμάκια. Αργότερα η εκπαιδευτικός επιχειρεί τη γνωριμία των παιδιών με το άκουσμα ενός δεύτερου κι ενός τρίτου μουσικού οργάνου. Έτσι απαντούν σε ερωτήματα όπως ‘ποια μουσικά όργανα νομίζετε ότι έπαιξαν στο κομμάτι που ακούσαμε’.

Οι ακροάσεις έχουν σύντομη διάρκεια (30’’-60’’) και αν πρόκειται για μουσικά αποσπάσματα, επιλέγονται και ηχογραφούνται εκ των προτέρων από την παιδαγωγό. Πρέπει όλοι να συνειδητοποιούμε, ότι όταν ζητάμε από τα παιδιά να κινηθούν ελεύθερα ακούγοντας μουσική, ουσιαστικά τους ζητάμε:

-Να ελέγξουν μια συγκεκριμένη κίνηση.

-Να ακούσουν τη μουσική.

-Να συγχρονίσουν και τα δυο.

Αυτό είναι κατόρθωμα για τα παιδιά και δεν πρέπει να έχουμε μεγάλες απαιτήσεις ή τα κουράζουμε με μουσικές ακροάσεις άνω του ενός λεπτού.

5) Τα μουσικά παιχνίδια

Τα μουσικά παιχνίδια είναι δραστηριότητες που οργανώνονται για ψυχαγωγικούς και ψυχοκινητικούς σκοπούς και εμπλέκουν κίνηση και μουσική. Γνωστά τέτοια παιχνίδια είναι οι ‘μουσικές καρέκλες’, η ‘βάρκα βαρκούλα’, το ‘περνά περνά η μέλισσα’ κ.α. Αυτά τα παιχνίδια εξυπηρετούν βέβαια πάντα και κοινωνικούς σκοπούς, συμβάλλουν δηλαδή στην κοινωνικοποίηση των παιδιών εφόσον ο ρόλος του άλλου είναι σημαντικός, και χωρίς να συνεργαστεί δεν μπορεί να παίξει. Σε παιδιά 3 και 4 ετών τα μουσικά παιχνίδια έχουν πολύ πιο απλή μορφή και λιγότερες απαιτήσεις απ’ ότι εκείνα που οργανώνονται σε 5χρονα. Π.χ. Στα 3χρονα μπορούμε να ζητήσουμε να χτυπάνε το τριγωνάκι 2 φορές με τη σειρά ή να χτυπάνε παλαμάκια όταν ακούνε μαράκες, ή να μένουν ακίνητα στο άκουσμα του μεταλλόφωνου. Αλλά αυτά δεν τους ζητάμε να τα κάνουν στο ίδιο παιχνίδι γιατί δεν είναι δυνατόν να θυμούνται 3 πράγματα μαζί. Αντίθετα στα 5χρονα μπορούμε να ζητήσουμε κάτι τέτοιο. Όσο πιο μεγάλο είναι το παιδί τόσο αυξάνεται η πρόκληση.

Για να κάνουμε, λοιπόν, σωστή επιλογή, πρέπει να υπολογίσουμε τα χαρακτηριστικά και τον τύπο της ομάδας με την οποία εργαζόμαστε. Τα κριτήρια είναι: μέγεθος και σύνθεση της ομάδας, ηλικία αυτών που συμμετέχουν, επίπεδο ενδιαφέροντος προς τη μουσική, κοινωνικό επίπεδο, φυσική κατάσταση και διανοητικό επίπεδο. Είναι προφανές, για παράδειγμα, ότι δε θα πρέπει να ξεκινήσουμε με παιχνίδια βασισμένα στη συγκέντρωση σε μια ομάδα πολύ μικρών παιδιών. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις τα παιχνίδια δράσης και κίνησης ταιριάζουν καλύτερα, τουλάχιστον για την αρχή. Για την επιλογή ενός παιχνιδιού είναι καθοριστικοί διάφοροι εξωτερικοί παράγοντες όπως π.χ. η ώρα της ημέρας που θα γίνει το παιχνίδι (θα είναι μια κουραστική μέρα ή όχι), οι δυνατότητες του χώρου καθώς και τα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας. Ακόμη πρέπει να υπολογίσουμε τη δομή του ίδιου του παιχνιδιού και την ψυχολογική κατάσταση της ομάδας. Ως προς το θέμα της δομής υπάρχουν 2 μεγάλες κατηγορίες: Τα ανοιχτά και τα κλειστά παιχνίδια. Τα κλειστά έχουν σταθερή και αυστηρή δομή με ακριβείς κανόνες που δεν μπορούμε να τους παραβούμε. Ταιριάζουν καλύτερα στα μικρά παιδιά που έχουν ανάγκη από συγκεκριμένα όρια. Τα ανοιχτά παιχνίδια έχουν μεγαλύτερη ελαστικότητα. Αυτός ο τύπος παιχνιδιών δίνει περισσότερες δυνατότητες για ατομική συμμετοχή.

Για ένα μουσικό παιχνίδι δεν είναι απαραίτητο να έχουμε μουσική. Μπορεί να έχουμε μόνο ήχους. Π.χ. στο παιχνίδι ‘μουσική μνήμη’ κάθε παιδί βγάζει έναν ήχο (ας πούμε χτυπάει μια φορά το τραπέζι). Το επόμενο παιδί βγάζει τον ήχο του προηγούμενου συν έναν δικό του (χτυπάει μια φορά το τραπέζι και μετά παλαμάκια). Το τρίτο παιδί θυμάται τους ήχους των προηγούμενων και προσθέτει έναν δικό του (χτυπάει το τραπέζι, μετά παλαμάκια, και μετά ένα χτύπημα στο ξυλόφωνο), κ.ο.κ.

Εκτός από ήχους μπορεί να έχουμε τραγούδι των ίδιων των παιδιών όπως στο ‘περνά περνά η μέλισσα.’ Μπορεί να έχουμε ένα συγκεκριμένο τραγούδι στο κασετόφωνο όπως στο παιχνίδι ‘βάρκα βαρκούλα’ ακούγεται το παιχνιδοτράγουδο ‘ψαράς’.

Ένα μουσικό παιχνίδι έχει δομή πάντα, δηλαδή αρχή, μέση και τέλος. Δεν ξεκινάμε απότομα δίνοντας οδηγίες στα παιδιά. Ξεκινάμε με αφόρμηση, δηλαδή εισαγωγή-προετοιμασία των παιδιών. Πριν παίξουμε προετοιμάζουμε τα παιδιά γι αυτό που θα ακολουθήσει διαβάζοντας ένα παραμύθι, συζητώντας για το θέμα του παιχνιδιού στον κύκλο, γενικά με οποιοδήποτε τρόπο μπορούμε να προκαλέσουμε το ενδιαφέρον τους ώστε να εισαχθούν ομαλά στο παιχνίδι. Η αφόρμηση συνήθως παραλείπεται στα πολύ μικρά παιδιά του παιδικού σταθμού όπου γίνεται κυρίως φύλαξη. Αλλά είναι απαραίτητη στο νηπιαγωγείο.

Ακολουθεί, ως κυρίως μέρος, η δραστηριότητα που πρέπει να είναι κοντά στα ενδιαφέροντα και τα βιώματα των παιδιών και να τα διασκεδάζει. Αν δεν δείχνουν ενδιαφέρον δεν κάνουμε τη δραστηριότητα μόνο και μόνο επειδή την έχουμε προγραμματίσει εμείς. Φυσικά πάντα δίνονται απλές οδηγίες του παιχνιδιού και με κατανοητό τρόπο στα παιδιά, αλλιώς δεν έχει νόημα η οποιαδήποτε προσπάθεια αν δεν έχουν καταλάβει πώς παίζεται το παιχνίδι.

Ακολουθεί η αξιολόγηση που γίνεται πάντα από την παιδαγωγό και απαιτεί να απευθύνει ερωτήσεις στον εαυτό της σχετικά με την επιτυχία της δραστηριότητας που μόλις έγινε. Π.χ ανταποκρίθηκαν τα παιδιά; Τους άρεσε το παιχνίδι; Τι θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά την επόμενη φορά; Καταγράφει τις απαντήσεις για να ανατροφοδοτεί τη δράση της. Αν έχει 5 ετών παιδιά ρωτάει και τα ίδια αν τους άρεσε, τι τους άρεσε κλπ. Τα πιο μικρά δεν έχουν αναπτύξει αρκετά τη γλωσσική τους έκφραση και την κριτική ικανότητα ώστε να απαντήσουν σε τέτοιου είδους ερωτήσεις.

Έχουμε εδώ και την αυτοαξιολόγηση της παιδαγωγού όταν τελειώσουν όλα τα παραπάνω βήματα. Κάνει αυτοκριτική, αν έκανε όσο καλύτερα μπορούσε τη δουλειά της, τι υλικά χρησιμοποίησε, πώς φέρθηκε στο κάθε παιδί κλπ.

6) Οι μελωδικές και ρυθμικές επενδύσεις

Οι μελωδικές και ρυθμικές επενδύσεις είναι κάτι που δεν μπορεί να λείπει από κανένα νηπιαγωγείο. Λίγο πολύ όλες οι παιδαγωγοί εφαρμόζουν την παθητική μουσική ακρόαση όταν βάζουν στο κασετόφωνο μια οποιαδήποτε μελωδία ενώ τα παιδιά ζωγραφίζουν, την ώρα του πρωινού, μετά από μια κουραστική ψυχοκινητική δραστηριότητα για να ηρεμίσουν κλπ. Τότε έχουμε μελωδική επένδυση. Δεν αποκλείεται βέβαια να έχουμε μελωδική επένδυση σε μια ενεργητική ακρόαση, όταν καλούνται τα παιδιά να ξεχωρίσουν πότε ακούνε βιολί και πότε πιάνο μέσα σε μια μελωδία, όταν ακούγοντάς την κλείνουν τα μάτια και επινοούν μια ιστορία που θα διηγηθούν μετά στους άλλους, όταν ‘παίζουν’ το δικό τους αυτοσχέδιο θεατρικό υπό τους ήχους της μελωδίας κλπ.

[Στη μουσική, μελωδία λέγεται η σειρά από νότες διαφορετικής αξίας και διαφορετικής οξύτητας που τις τραγουδάμε ή τις παίζουμε με τα διάφορα μουσικά όργανα. Ρυθμός είναι η σειρά από νότες με τις διαφορετικές αξίες τους οι οποίες αποτελούν ένα μουσικό κομμάτι.]

Η ρυθμική επένδυση έχει συνδυαστεί με την ενεργητική ακρόαση. Εδώ ανήκουν τα παιχνιδοτράγουδα και οποιοδήποτε άλλο άκουσμα δίνει στα παιδιά την ευκαιρία να εκφραστούν με το σώμα τους. Χρησιμοποιώντας τον ρυθμό που έχουν οι λέξεις αλλά και με ρυθμικά χτυπήματα, βοηθάμε τα παιδιά να αναπτύξουν την αίσθηση του ρυθμού και το ρυθμικό τους λεξιλόγιο, αυξάνοντας ταυτόχρονα και την συγκέντρωση τους για ακρόαση. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και κατάλληλες καρτέλες.

Η ρυθμική αγωγή που απευθύνεται στο παιδί σαν σύνολο σωματικό, ψυχικό και πνευματικό, σπάει τα δεσμά των γυμναστικών ασκήσεων, των συγκεκριμένων τεχνικών χορού (μπαλέτο κ.α.) ή των μιμητικών κινήσεων που συνοδεύουν τα παιδικά τραγούδια. [Στη μουσική, ρυθμική αγωγή (tempo) ονομάζεται ο βαθμός βραδύτητας ή ταχύτητας με τον οποίο εκτελούμε ένα μουσικό κομμάτι]. Η ρυθμική παίρνει την έννοιά της από τη λέξη ρυθμός. Ο ρυθμός δεν είναι κάτι αφηρημένο, είναι η ίδια η ζωή. Ο ρυθμός είναι η δύναμη που ενώνει την φωνή, τη μουσική και την κίνηση. Σε αυτή την πρωταρχική αλήθεια έχουν στηριχθεί όλα τα μουσικοκινητικά συστήματα. Το κάθε μουσικοκινητικό σύστημα διέπεται από κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αφορούν τον τρόπο προσέγγισης των δύο αυτόνομων τεχνών, της Μουσικής και της Κίνησης. Με τη ρυθμική αγωγή προσεγγίζουμε το ρυθμικό στοιχείο που διέπει τη ζωή μας, ενώ μας φέρνει σε επαφή με τον κόσμο των αισθητικών μορφών. Η σημασία της ρυθμικής είναι καθοριστική για την ανάπτυξη του παιδιού της προσχολικής ηλικίας διότι παρέχεται στο παιδί η δυνατότητα να βιώσει το ρυθμό, δηλαδή τη δύναμη που ενώνει τη φωνή, τη μουσική και την κίνηση. Έτσι αναπτύσσει τις μουσικές και κινητικές δεξιότητές του, ενώ παράλληλα κοινωνικοποιείται, εκτονώνεται και χαλαρώνει μέσα από τον αυτοσχεδιασμό, τη δημιουργία και τη συνεργασία.

Καθήκον της παιδαγωγού είναι να ευαισθητοποιήσει τα παιδιά ως προς την έννοια του ρυθμού. Γι αυτό το επίπεδο που θα χουν οι ασκήσεις ευαισθητοποίησης πρέπει να φροντίσει να καθορίζεται από την ηλικία και το βαθμό εξοικείωσης των παιδιών με το ρυθμό. Παραδείγματα τέτοιων ασκήσεων είναι: για αρχή οι απλές ζωηρές κινήσεις σε «καθρέφτη» και στη συνέχεια σε «ηχώ». Καθισμένα τα παιδιά σε κύκλο με ένα μικρό κρουστό το καθένα, λένε διαδοχικά το όνομά τους χτυπώντας ανάλογα το μουσικό όργανο που κρατάνε. Κάθε παιδί προτείνει ένα απλό και μικρό μοτίβο με το όργανό του και όλη η ομάδα απαντά κάθε φορά σε «ηχώ». Ένα παιδί κινείται ελεύθερα στη μέση του κύκλου και τα υπόλοιπα το συνοδεύουν ηχητικά με τα όργανά τους. Τα παραδείγματα σταματούν εκεί που τελειώνει η φαντασία μας.

7) Η μίμηση και η δραματοποίηση

Η μίμηση και η δραματοποίηση είναι επίσης βασικά στοιχεία της μουσικοκινητικής αγωγής. Με τη μίμηση το παιδί μπαίνει στον κόσμο των ενηλίκων καθώς αντιγράφει τις κινήσεις των μεγάλων και τη συμπεριφορά τους. Όλα τα παιδιά μιμούνται τον τρόπο που στέκεται η δασκάλα, η μαμά, τον τρόπο που μιλάνε κλπ. Γι αυτό είναι τόσο σημαντικό τα πρότυπά του να δίνουν το καλό παράδειγμα. Π.χ Η παιδαγωγός ή και η μαμά τους, τους λέει ότι είναι βλαβερό να καπνίζουν, είναι κακή συνήθεια και τους μιλούν για το κακό που κάνει ένα τσιγάρο στο σώμα τους, αλλά όταν κάνουν διάλειμμα τρέχει η παιδαγωγός στην αυλή να ανάψει τσιγάρο! Τα παιδιά στο διάλειμμα τη βλέπουν να καπνίζει, ενώ η ίδια τους έλεγε πριν λίγο ότι δεν πρέπει να το κάνουν! Εκτός του ότι χάνει την αξιοπιστία της ως παιδαγωγός και το σεβασμό των παιδιών, το σημαντικό είναι ότι τα παιδιά, που μιμούνται όσα κάνουν οι μεγάλοι, παίρνουν το αντίθετο μήνυμα απ’ αυτό που ήθελε να τους περάσει η παιδαγωγός. Γιατί οι πράξεις μιλούν κι επηρεάζουν περισσότερο από τις λέξεις. Τόσο σημαντική είναι ‘η μίμηση’ γενικά.

Μιμική είναι η τέχνη του να περιγράφονται καταστάσεις ή και να εκφράζονται σκέψεις ή συναισθήματα με τη γλώσσα του προσώπου, του σώματος, των κινήσεων και των χειρονομιών. Είναι στοιχειώδης γλώσσα για το παιδί και αποτελεί κύριο μέσο επικοινωνίας με το περιβάλλον του. Τα παιδιά ενθαρρύνονται να χρησιμοποιούν και τη φαντασία τους. Μπορεί να προτείνουν μόνα τους τις κινήσεις που να έχουν και μιμητικό χαρακτήρα .π.χ. κινήσεις ζώων, πουλιών ανθρώπινων χαρακτήρων ή και ήχους μηχανών π.χ τρένο, αεροπλάνο.

Κατά τη μίμηση προσεγγίζουν το περιεχόμενο του τραγουδιού με κινήσεις και ήχους που πλησιάζουν την πραγματικότητα. Π.χ. μιμούνται φωνές και κινήσεις ζώων σύμφωνα πάντα με το τραγούδι που τους δίνουμε. Ένα παράδειγμα τέτοιων απλών τραγουδιών είναι ‘το βατραχάκι’: ‘Ένα βατραχάκι τόσο δα μικρό, τι βουτιές που κάνει μέσα στο νερό’, ή ‘το αρκουδάκι’:

‘Αρκουδάκι μικρό και παχουλό

πάει να περπατήσει μέσα στον αγρό

όλα ειν’ ωραία, γύρω τα κλαριά

θέλει να τα πιάσει μακατρακυλά.

Τραλαλά, μα κατρακυλά,

Τραλαλά, μα κατρακυλά’.

Και άλλα παρόμοια που συνήθως έχουν ως ήρωες ζωάκια ώστε τα παιδιά να ‘παίζουν’ εύκολα το βατραχάκι ή το αρκουδάκι κλπ κάνοντας ό,τι λέει το τραγούδι, δηλαδή να μιμούνται τις κινήσεις των ζώων.

Η μιμική / παντομίμα, όπως και η εκφραστική κίνηση, συνδέεται με τη σιωπηλή δραματοποίηση. Έμφαση δίνεται στους μορφασμούς του προσώπου και τις ακριβείς χειρονομίες που γίνονται αντικείμενο μίμησης. Το σώμα το ίδιο είναι αυτό που πρέπει να τραβήξει την προσοχή του κοινού και όχι τα σκηνικά.

Η δραματοποίηση απ’ την άλλη μεριά, έχει το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού. Είναι δράση ποιητική που προτρέπει σε δημιουργικότητα. ’Δραματοποιούμε’ ένα τραγούδι όταν το ζωντανεύουμε παίρνοντας ο καθένας ένα ρόλο κι αυτοσχεδιάζοντας, ή ακόμα στήνοντας μια μικρή θεατρική παράσταση. Δραματοποίηση είναι ένα είδος παιχνιδιού προσποίησης, όπου τα παιδιά χρησιμοποιούν αντικείμενα και υποδύονται ρόλους άλλοτε με φανταστικό και άλλοτε με πιο ρεαλιστικό τρόπο. Η ομαδική δραματοποίηση που ονομάζεται και κοινωνική δραματοποίηση, είναι ένα είδος εξεζητημένου παιχνιδιού για τα μικρότερα παιδιά. Στην κοινωνική δραματοποίηση τα παιδιά σκέφτονται, μιλούν και δρουν συμβολικά και πάντα σε σχέση με τους άλλους. Κάθε παιδί που συμμετέχει σε ένα παιχνίδι κοινωνικής δραματοποίησης είναι υποχρεωμένο να προσαρμόσει αυτά που λέει ή κάνει ανάλογα με τη στάση του συμπαίκτη του. Παρέχει στα παιδιά τα θεμέλια πάνω στα οποία θα στηρίζουν μια σειρά δεξιοτήτων που θα χρειαστούν αργότερα στη ζωή τους. Γενικά, η δραματοποίηση έχει πλεονεκτήματα: στη γνωστική ανάπτυξη, την κοινωνική και συναισθηματική, τη σωματική, γλωσσική ανάπτυξη, και βέβαια στη δημιουργικότητά τους

8) ΜΟΥΣΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Συνθέτοντας ένα μουσικό παραμύθι: Συμμετέχουν όλα τα παιδιά της τάξης ή μια ομάδα παιδιών καθισμένα κυκλικά στη γωνιά της συζήτησης. Ακούνε προσεκτικά πχ το παραμύθι «ο Πέτρος και ο Λύκος» και σχολιάζουν τους ήχους που αντιπροσωπεύουν τα διαφορετικά πρόσωπα του παραμυθιού. Τα υλικά που θα χρειαστούν είναι: μουσικά όργανα ή/και ηχογραφημένοι ήχοι. Μπορούν επίσης να αξιοποιηθούν και ήχοι του σώματος. Η εκπαιδευτικός ή κάποιο παιδί διηγούνται ένα γνωστό ή αυτοσχέδιο παραμύθι. Η εκπαιδευτικός προτείνει να σκεφθούν ποιοι ήχοι θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν τους ήρωες του παραμυθιού. Συζητούν για τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τους χαρακτήρες των ηρώων. Πώς θα πρέπει πχ να είναι ο ήχος που θα αντιπροσωπεύει τη χιονάτη, που είναι λεπτή, όμορφη κι έχει ανάλαφρες και ευγενικές κινήσεις; Πώς θα είναι ο ήχος που αντιπροσωπεύει την αρκούδα ή το λύκο; Τι είδους ήχο θα πρέπει να παραγάγουν για να αποδώσουν το κελάηδημα των πουλιών, το βαρύ βήμα του γίγαντα ή το φόβο των παιδιών;

Επιλέγουν την ηχητική πηγή που θα χρησιμοποιήσουν για να παράγουν τον κάθε ήχο (πχ συμφωνούν με το τύμπανο ή με αργά χτυπήματα της παλάμης στο πάτωμα να αναπαριστούν τα βήματα του γίγαντα, φυσώντας ελαφρά με μία σφυρίχτρα ή κάνοντας σχετικούς ήχους με το στόμα να αναπαραστήσουν το τιτίβισμα των πουλιών, με τις μαράκες να αναπαριστούν τις μαϊμούδες που πηδούν από δέντρο σε δέντρο κλπ.)

Η εκπαιδευτικός επαναλαμβάνει την ιστορία και τα παιδιά εκτελούν τον ήχο που επέλεξαν για κάθε ήρωα όταν αναφέρεται σ’ αυτόν κατά την αφήγηση. Η εκπαιδευτικός μπορεί να σταματά την αφήγηση στο σημείο που είναι να παρεμβληθεί κάθε ήχος, να παρεμβάλλεται ο ήχος από τα παιδιά και να τη συνεχίζει πάλι. Μετά την ολοκλήρωση της αφήγησης παρακινεί τα παιδιά να περιγράψουν και να καταγράψουν τους ήχους με τη σειρά που εμφανίζονται στο παραμύθι τους. Πχ σε ένα χαρτί σχεδιάζουν ένα τρίγωνο για να δείξουν ότι πρώτα ακούγεται ο ήχος τριγώνων, δίπλα έναν κύκλο για να αναπαραστήσουν τον επόμενο ήχο που παράγεται από ντέφι, κοκ.

Τα ενθαρρύνει να επαναλάβουν την αφήγηση παίζοντας διαδοχικά τους διαφορετικούς ήχους και με τη σειρά που εμφανίζονται στο παραμύθι τους, δημιουργώντας έτσι μια δική τους μουσική σύνθεση. Σ’ αυτή την προσπάθειά τους η παραπάνω καταγραφή αποδεικνύεται πολύτιμη.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας δημιουργίας μιας μουσικής και καθώς αυξάνεται η επιδεξιότητα των παιδιών, μπορεί να επιλέξουν να συνδυάσουν ήχους που παράγουν τα ίδια τα παιδιά, με άλλους ηχογραφημένους ήχους (π.χ ένας ηχογραφημένος ήχος που αναπαριστά το τρίξιμο μιας πόρτας που ανοίγει μπορεί να ακούγεται ταυτόχρονα με τον ήχο που αναπαριστά τη μάγισσα που ανοίγει την πόρτα). Ή μπορεί να συμφωνήσουν κάποιοι ήχοι να έχουν μεγαλύτερη διάρκεια, να ακούγονται δηλαδή για περισσότερη ώρα (π.χ ο ήχος που αναπαριστά το σπίτι του γίγαντα στο παραμύθι «Ο Τζακ και η φασολιά», μπορεί να ακούγεται ταυτόχρονα με τον ήχο που αναπαριστά τον Τζακ για όση ώρα ο Τζακ βρίσκεται μέσα στο σπίτι του γίγαντα και ταυτόχρονα να προστίθεται και ο ήχος που αναπαριστά το μπαούλο του θησαυρού που ανακαλύπτει ο Τζακ στο σπίτι του γίγαντα).

Αξιολόγηση: Συζητούν για τη δραστηριότητα και σκέπτονται γύρω από αυτήν με τη βοήθεια ερωτημάτων της εκπαιδευτικού, όπως: πώς ξεκίνησε το μουσικό μας παραμύθι; Πώς τελείωσε; Ποιος ήχος έδειξε…; Υπήρχαν ήχοι που δήλωναν αντίθετα πράγματα; Η εκτέλεση πώς σας φάνηκε; Ήταν εύκολη; Τι σας δυσκόλεψε; Θα μπορούσε να γίνει καλύτερο το μουσικό μας παραμύθι; Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε;

Όπως είναι φανερό, μουσικό παραμύθι δεν έχουμε μόνο με κλασική μουσική ή μόνο κάτι γνωστό, δοσμένο από βιβλία (σταχτοπούτα, κοκκινοσκουφίτσα κλπ). Μπορεί να είναι και ένα παραμύθι αυτοσχέδιο, δικό μας, που εξυπηρετεί τους διδακτικούς σκοπούς μας τη δεδομένη στιγμή (‘περνάει’ στα παιδιά τα μηνύματα και τις αξίες που θέλουμε). Ο παραπάνω τρόπος σχεδιασμού ενός μουσικού παραμυθιού, απευθύνεται σε παιδιά του νηπιαγωγείου, που έχουν κατακτήσει τις ιδιότητες του ήχου, μπορούν να ξεχωρίζουν τον ήχο των διαφόρων μουσικών οργάνων, εκφράζονται κι αυτοσχεδιάζουν άνετα και έχουν εξοικειωθεί με τον ομαδικό τρόπο δουλειάς. Στον παιδικό σταθμό που δεν υπάρχουν αυτές οι προϋποθέσεις, είναι ουτοπικό να περιμένουμε να εφαρμόσουμε τις παραπάνω τεχνικές. Γι αυτό αλλάζει η προσέγγισή μας. Το μουσικό παραμύθι θα το ‘διδάξουμε’ έχοντας υπόψη ότι στην ηλικία αυτή είναι ικανά κυρίως για παθητική μουσική ακρόαση.

Στην περίπτωση αυτή έχουμε αφήγηση της παιδαγωγού. Με ένα κλασικό κομμάτι ως μελωδική επένδυση, αφηγείται το παραμύθι με ζωντάνια, αλλάζοντας δηλαδή τον τόνο της φωνής της, τη χροιά, την ένταση, ανάλογα με το τι διαβάζει. Π.χ όταν διαβάζει κάτι που λέει ο χοντρός αρκούδος, το διαβάζει με μπάσα φωνή, τα λόγια μιας νεραϊδούλας τα διαβάζει με ψιλή φωνή, τα λόγια της κακιάς μάγισσας τα διαβάζει δυνατά με τον ανάλογο αυστηρό τόνο και το κατσουφιασμένο ύφος, κλπ. Με μια θεατρικότητα λοιπόν διαβάζει το παραμύθι, και μόνο στα σημεία αφήγησης, όπου κανένας από τους ήρωες δε μιλάει, διαβάζει με την κανονική της φωνή. Στα σημεία δράσης κι έντονης κίνησης ή αγωνίας, διαβάζει γρήγορα με κοφτές αναπνοές κλπ. Μπορεί και πρέπει να διακόπτει το παραμύθι για να απευθύνει στα παιδιά εύκολες ερωτήσεις πχ. « …ψιθύρισε το ποντικάκι» (αφηγείται σιγανά)…Και ξέρετε παιδιά πόσο μεγάαααλος (κάνοντας και την κατάλληλη κίνηση με τα χέρια) ήταν ο κύριος Ποντικούλης; Ακούει προσεκτικά τυχών απαντήσεις των παιδιών, τους δείχνει την εικόνα στο παραμύθι και μετά συνεχίζει τη ζωντανή αφήγηση. Είναι βέβαια καλύτερα να μη διαβάζει η παιδαγωγός το παραμύθι αλλά να το αφηγείται απέξω, ώστε να διατηρεί οπτική επαφή με όλα τα παιδιά και να κρατά το βιβλίο ανάποδα για να τους δείχνει τις εικόνες. (Σε μεγαλύτερα παιδιά είναι καλό να δείχνει και στο κείμενο με το δάχτυλο πού διαβάζει, ώστε να αντιληφθούν ότι διαβάζουμε το κείμενο κι όχι την εικόνα). Επειδή λοιπόν η αφήγηση είναι ζωντανή, είναι προτιμότερο να γίνεται με μελωδική μουσική επένδυση ένα ομώνυμο κλασικό κομμάτι (πχ διαβάζουμε το παραμύθι «Καρναβάλι των ζώων» υπό τους ήχους του κονσέρτου «Καρναβάλι των ζώων» του Σεν Σανς) παρά να βάλουμε στο κασετόφωνο την έτοιμη αφήγηση.

Όταν τα παιδιά είναι έτοιμα να εισαχθούν στις διαδικασίες της ενεργητικής μουσικής ακρόασης, έχουμε στο κασετόφωνο τη μελωδία πχ «Για την Ελίζα» του Μπετόβεν, την ακούνε ήσυχα με κλειστά τα μάτια (για να πετύχουμε αυτή την ησυχία, φροντίζουμε να το κάνουμε αυτό μετά από κάποια εξαντλητική ψυχοκινητική δραστηριότητα ή μετά το διάλειμμα). Όταν τελειώσει το κομμάτι, ενθαρρύνονται να μας διηγηθούν την ιστορία που φαντάστηκαν. Είναι επόμενο το κάθε παιδί να πει τη δική του ιστορία, κι εμείς να τις ενώσουμε σε ένα παραμύθι. Πχ. Το ένα παιδί φαντάστηκε ένα κοριτσάκι να τρέχει στο δάσος, το άλλο παιδί διηγείται για έναν ξυλοκόπο σ’ ένα σπιτάκι. Ενώνουμε τις ιστορίες: «ααα, μη μου πεις, το σπιτάκι του ξυλοκόπου είναι στο δάσος που τρέχει η Μαρία;» Κάνοντας το ίδιο για όλα τα παιδιά, έχουμε τελικά ένα ολοκληρωμένο αυτοσχέδιο παραμύθι, το οποίο διηγούμαστε πλέον ολόκληρο ακούγοντας το «Για την Ελίζα» του Μπετόβεν. Και καθένα παιδί αναγνωρίζει τη συνεισφορά της δικής του προσωπικής ιστορίας μέσα στο παραμύθι.

Ο δάσκαλος πριν χρησιμοποιήσει την κλασική μουσική θα πρέπει να την έχει αναλύσει-σε γενικές γραμμές-στα παιδιά, για να τα βοηθήσει στην σωστή έκφραση τους με κίνηση. Θα πρέπει να προσέξει: χροιά των οργάνων, ρυθμό, χρόνο, σημεία έμφασης, τη δομή της μελωδίας και τις μελωδικές φράσεις και τις αλλαγές στην ένταση. Αν ο δάσκαλος δεν έχει γνώσεις μουσικής, τουλάχιστον να εξηγήσει στα παιδιά, ότι η μελωδία έχει αρκετές παραλλαγές και χωρίζεται σε αρκετά μέρη. Π.χ Έχουμε μια αρχική μελωδία, η οποία μπορεί και να επαναλαμβάνεται στη συνέχεια στην αρχική της μορφή ή κάπως παραλλαγμένη. Στη συνέχεια έχουμε μια διαφορετική μελωδία και στο τέλος το φινάλε. π.χ Το καρναβάλι των ζώων SAINT-SAENS (1835-1921).

Ορχήστρα και δυο πιανα-14 μέρη. Σχεδόν σε κάθε ένα από αυτά τα μέρη, παρουσιάζει και από ένα διαφορετικό ζώο. Χρησιμοποιώντας ως βάση τα χαρακτηριστικά του κάθε ζώου- φωνή, κίνηση-τα παρουσιάζει με τη μουσική, χρησιμοποιώντας ανάλογα στοιχεία της. Π.χ Ρυθμό για την κίνηση, μελωδία για την φωνή.

SAINT SAENS 1835 - 1921

ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΤΩΝ ΖΩΩΝ

Πρόκειται για μια σατιρική και διασκεδαστική σουίτα που έγραψε ο Σεν Σάνς για τον εαυτό του και τους φίλους του αποκλειστικά. Ο ίδιος δεν επέτρεψε να παιχθεί δημόσια το έργο του όσο ζούσε, γι’ αυτό το καρναβάλι των ζώων εκδόθηκε 30 χρόνια μετά το θάνατο του συνθέτη. Το «Καρναβάλι των ζώων» έχει υπότιτλο «Μεγάλη ζωολογική φαντασία», γράφτηκε το 1886, εκτελείται από ορχήστρα και 2 πιάνα και αποτελείται από 14 μέρη. Ο συνθέτης λαμβάνοντας υπόψη του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε ζώου, παρουσιάζει σχεδόν σε καθένα από τα μέρη του έργου του και ένα διαφορετικό ζώο, χρησιμοποιώντας το ρυθμό, τη μελωδία και τη χροιά των διαφόρων μουσικών οργάνων. Τα μέτρα που χρησιμοποιεί είναι τα 4/4 για τα τετράποδα, τα 2/4 για τα δίποδα και τα ¾ για όσα τους αρέσει το βαλς.

1) ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΛΙΟΝΤΑΡΙΟΥ

Οι συγχορδίες του πιάνου και οι αναδυόμενες φράσεις των εγχόρδων, ορίζουν την εισαγωγή. Καθώς η μουσική ζωηρεύει, η έξαψη εντείνεται μέχρι που όλα σταματούν απότομα απ’ την ορχήστρα. Τα πιάνα παίζουν μια ρυθμική φανφάρα και μια αργή μελωδία των εγχόρδων αναγγέλλει τελικά, την άφιξη του λιονταριού. Ακούγεται ακόμη κι ο φοβερός βρυχηθμός του, χαμηλά στα πιάνα και αργότερα στα έγχορδα.

2) ΟΡΝΙΘΕΣ ΚΑΙ ΠΕΤΕΙΝΟΙ

Οι κότες κακαρίζουν χαρούμενα θορυβώντας και σκαλίζοντας σε ψηλό τόνο και συμπληρώνουν το ηχηρό λάλημα του κόκορα στο πιάνο και ψηλά στο κλαρινέτο.

3) ΗΜΙΟΝΟΙ

Οι γρήγορες, ορμητικές κλίμακες του πιάνου μιμούνται τον άμουσο μόχθο του ερασιτέχνη πιανίστα.

4) ΧΕΛΩΝΕΣ

Κάνουν την εμφάνισή τους με μια αργή μελωδία στο κόντρα μπάσο.

5) ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ

Το καημένο πλάσμα πασχίζει να χορέψει στα στροβιλίσματα ενός βαλς, επίσης απ’ τα μπάσα.

6) ΤΑ ΚΑΓΚΟΥΡΟ

Πηδηχτοί, αλυσιδωτοί ρυθμοί αναγγέλλουν την είσοδό τους.

7) ΕΝΥΔΡΕΙΟ

Υδάτινες ριπές στο πιάνο υποστηρίζουν μια λυρική μελωδία στο βιολί και το φλάουτο.

ΠΡΟΣΩΠΑ ΜΕ ΜΕΓΑΛΑ ΑΥΤΙΑ

Ακούγονται τα μουγκανητά και το ξεφυσητό του γαιδάρου.

9) Ο ΚΟΥΚΟΣ ΣΤΟ ΠΥΚΝΟ ΔΑΣΟΣ

Το κλαρινέτο αποδίδει το ήρεμο τραγούδι του κούκου ενώ οι συγχορδίες του πιάνου κινούνται ήσυχα γύρω του δημιουργώντας την γαλήνη του δάσους.

10) ΠΕΡΙΣΤΕΡΩΝΑΣ

Τα πουλιά εμφανίζονται με γρήγορα τρέμολο των εγχόρδων που παρέχουν το υπόστρωμα για τη φλύαρη μελωδία του φλάουτου.

11) ΠΙΑΝΙΣΤΕΣ

Δύο φανταστικά ζώα με δύο χέρια εξασκούνται στις απέραντα πληκτικές τους κλίμακες.

12) ΑΠΟΛΙΘΩΜΑΤΑ

Το ξυλόφωνο μας μεταφέρει στον οστεώδη κόσμο των απολιθωμάτων, με μελωδίες από παιδικά και δημοτικά τραγούδια.

13) Ο ΚΥΚΝΟΣ

Η ρέουσα μελωδία αντανακλά τέλεια την ευγενική κίνηση του κύκνου στα γαλήνια νερά, παιγμένη απ’ τον «τραγουδιστή της ορχήστρας», το τσέλο. Η κυματιστή, σαν νερό, συνοδεία του πιάνου συμπληρώνει την ειδυλλιακή εικόνα.

14) ΦΙΝΑΛΕ

Μπορεί να διακρίνει κανείς, μερικούς απ’ τους χαρακτήρες να υποκλίνονται στο κοινό!

Παιδαγωγική αξία: Με αυτό το παραμύθι τα παιδιά προσεγγίζουν τα όργανα της ορχήστρας αντιλαμβανόμενα την διαφορετικότητά τους στα χαρακτηριστικά του ήχου: ύψος, χροιά, ένταση. Έτσι αναπτύσσουν την ενεργητική ακοή, αναγνωρίζοντας τα όργανα σε συνδυασμό με τα διάφορα ζώα. Παράλληλα συνειδητοποιούν τις κινητικές, και όχι μόνο, διαφορές των ζώων. Το έργο διακρίνεται για το χιούμορ του, τη λεπτή ειρωνεία, και τον αυτοσαρκασμό. Μέσα από αυτή την αντιμετώπιση, τα παιδιά μπορούν να αναπτύξουν την κρίση τους και να ποικίλουν τον τρόπο έκφρασής τους.

MOZART 1756 - 1791

ΜΙΚΡΗ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Το κομμάτι αυτό αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα συναισθηματικής γαλήνης και ελαφράδας, που χαρακτηρίζει άλλωστε πολλά έργα του Μότσαρτ.

Γράφτηκε ως βραδινό ψυχαγωγικό έργο και συγκεκριμένα για μετά το δείπνο, με καταπραϋντικό χαρακτήρα και γι’ αυτό αποφεύγει την έκπληξη των ηχηρών εκρήξεων της μουσικής.

Το πρώτο μέρος, allegro, ξεκινά με μια φανφάρα εγχόρδων που οδηγεί αμέσως σε μια ρέουσα μελωδία του βιολιού. Μια σύντομη παύση προετοιμάζει το έδαφος για το ευγενικότερο δεύτερο θέμα. Μια εναρκτήρια μουσική επαναλαμβάνεται και η φανφάρα επιστρέφει, οδηγώντας τη μουσική σ’ ένα διαφορετικό και παράξενο τόνο. Αυτό δεν διαρκεί εντούτοις πολύ, και η εναρκτήρια μουσική επιστρέφει στον γνωστό τόνο.

Ο τίτλος του δεύτερου μέρους, romanza, υποδηλώνει αμέσως τη χαλαρή δομή του κομματιού. Τα έγχορδα εισάγουν την εναρκτήρια μελωδία κι έπειτα μια νέα ιδέα εισάγεται. Μετά την επιστροφή στην πρώτη μελωδία μια ξαφνική μεταβολή της διάθεσης εισάγει ένα ντουέτο ανάμεσα στο βιολί και το τσέλο κι εδώ εμφανίζεται μια αγωνιώδης μελωδία. Η εναρκτήρια μουσική επιστρέφει μια ακόμη φορά και οδηγεί το κομμάτι, σε μια ήσυχη κατάληξη.

Το εκπληκτικό menuetto e trio, το τρίτο μέρος, προσφέρει μια πλήρη αντίθεση. Το πρώτο βιολί καθοδηγεί σ’ όλη τη διάρκεια κι η μουσική ρέει καθώς το τσέλο και το κόντρα μπάσο ακολουθούν τις μελωδίες.

Στο τελικό, γρήγορο μέρος, το rondo allegro, τα βιολιά αρχίζουν με ένα θέμα παρόμοιο με τη φανφάρα του πρώτου μέρους. Με μια δεύτερη μελωδία που εμφανίζεται, διακρίνεται ένα ευδιάκριτο αίσθημα απροσδόκητου. Αλλά γρήγορα, αναγνωρίσιμες μελωδίες επιστρέφουν και στα τελικά μέτρα οι μελωδίες μοιράζονται σ’ όλα τα όργανα.

ΠΑΡΑΜΥΘΙ –ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πριν από πολλάαα πολλά χρόνια, το 1756, σε μια χώρα μακρινή που τη λένε Αυστρία, γεννήθηκε ένα αγοράκι που το λέγανε Βόλφγκανγκ Αμαντέους. Τόσο δύσκολο όνομα του έδωσαν οι γονείς του! Αλλά έτσι βλέπετε, φωνάζουν τα παιδιά τους σ’ αυτή τη χώρα, την Αυστρία. Το επώνυμό του ήτανε.. Μότσαρτ. Δύσκολο και το επώνυμό του; Για να το πούμε όλοι μαζί… Λοιπόν ο μπαμπάς του ήταν ο Λεοπόλδος. Ήταν παιδαγωγός και συνθέτης. Έπαιζε βιολί. (ευκαιρία να μιλήσουμε στα παιδιά για το βιολί, να ακούσουμε τον ήχο του, να το δούμε σε φωτογραφίες κλπ). Ο Λεοπόλδος λοιπόν έμαθε στον μικρό Μότσαρτ μουσική. Κι ο μικρός είχε ταλέντο στη μουσική, τόσο που όταν ήταν 6 χρονων, έκανε ταξίδια (Μόναχο, Βιέννη), κι έδινε συναυλίες. Ήταν τόσο ταλαντούχος που όλοι τον θαύμαζαν…

Συνέχεια βιογραφίας:

1763-1765: Ρεσιτάλ σε Βρυξέλλες, Παρίσι, Λονδίνο, Άμσταρνταμ, Ζυρίχη.

1769-1772: Ρεσιτάλ στο Μιλάνο

1775: Απόκριες ανεβάζει στο Μόναχο την όπερα «Λα Φίντα Τζαρτινιέρα» και μετά στο Σάλτσμπουργκ την όπερα «Ιλ Ρεπαστόρε»

1777: Ρεσιτάλ στο Μάνχαϊμ και στο Παρίσι

1778: επιστροφή στο Σάλτσμπουργκ

1781: Ανεβαίνει στο Μόναχο η όπερα «Ιδομενέας». Διακόπτει τη συνεργασία του με τον Αρχιεπίσκοπο του Σάλτσμπουργκ κι αποφασίζει να συνεχίσει σαν ανεξάρτητος συνθέτης στη Βιέννη

1782: Βιέννη, ανεβάζει την όπερα «οι γάμοι του Φιγκαρό»

1787: Πράγα, όπερα «Δον Ζουάν»

1788: Εκτελούνται οι 3 μεγάλες συμφωνίες του «Διός»

1789: Ταξιδεύει στο Βερολίνο

Τα τελευταία του έργα είναι οι όπερες «έτσι κάνουν όλες», «η μεγαλοψυχία του Τίτου» και ο «μαγικός αυλός». Τέλος, το 1781 μια πένθιμη λειτουργία το γνωστό «Ρέκβιεμ».

Ο Μότσαρτ έγραφε μουσική πολύ εύκολα και απομνημόνευε πολύ γρήγορα. Στο έργο του εκφράζονται όλες οι τάσεις της μουσικής του 18ου αιώνα (κλασσική εποχή), αφομοιωμένες σε ένα προσωπικό και ανεπανάληπτο ύφος. Πέθανε στη Βιέννη το 1791, πάμφτωχος σε ηλικία μόλις 35 ετών.

ΑNTONIO VIVALDI (1678 - 1741 ) -ΟΙ 4 ΕΠΟΧΕΣ

Κοντσέρτα για σόλο βιολί και ορχήστρα εγχόρδων, συν «basso continuo», δηλ. όργανο ή τσέμπαλο που έπαιζε μια συνεχή μουσική γραμμή, συνεχές βάσιμο, και βοηθούσε τα μέλη της ορχήστρας να συντονίζονται μια και ακόμα δεν υπήρχαν διευθυντές ορχήστρας. Ο υπότιτλος που έδωσε στα έργα αυτά ο ίδιος ο Βιβάλντι ήταν: «Διαγωνισμός ανάμεσα στην Αρμονία και την Επινόηση». Κάθε κοντσέρτο συνοδευόταν κι από πληροφορίες σχετικές με το σκηνικό και τα συμβάντα που περιγράφει η μουσική.

ΟΙ 4 ΕΠΟΧΕΣ ανήκουν στα έργα προγραμματικής μουσικής όπου ο συνθέτης προσπαθεί, μέσω των ηχοχρωμάτων των οργάνων της ορχήστρας, να μας πει μια ιστορία, ή να μας «ζωγραφίσει» μουσικά μια εικόνα, ή να μας αποδώσει ένα ποίημα, μια ιδέα, κ.τ.λ. Κάθε κοντσέρτο αποτελείται από τρία μέρη.

ΑΝΟΙΞΗ

«Η άνοιξη έφτασε και τα πουλιά την καλωσορίζουν τραγουδώντας», γράφει ο ίδιος ο Βιβάλντι. Το εναρκτήριο ALLEGRO (γρήγορο, χαρούμενο), του 1ου μέρους διαθέτει μια δροσερή και χαρούμενη μελωδία. Τα βιολιά, με τρίλιες, μιμούνται το κελάηδισμα των πουλιών. Κάποιες φράσεις φέρνουν στο νου ένα ρυάκι και μια απαλή, ανοιξιάτικη αύρα, ενώ ένα σθεναρό τρέμολο και οι γρήγορες κλίμακες απ’ τα έγχορδα υποδηλώνουν μια καταιγίδα.

Το 2ο μέρος, LARGO (πλατύ), είναι μια μακριά, τρυφερή μελωδία για σόλο βιολί με συνοδεία εγχόρδων. Ζωγραφίζει κυριολεκτικά την ειρηνική σκηνή ενός βοσκού με το σκύλο του, που μισοκοιμάται κάτω από μερικά δέντρα.

Σε αντίθεση, το 3ο μέρος, ALLEGRO, είναι ένας «Χωριάτικος χορός».

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Το καλοκαίρι για τον Βιβάλντι, είναι μια εποχή πνιγηρής, τυραννικής ζέστης, με διαλείμματα καταιγίδας. Το 1ο μέρος, allegro non molto, υποβάλλει μια οκνηρή διάθεση κάτω απ’ τον καυτό ήλιο. Αυτό ακολουθείται από υπομνήσεις κελαηδίσματος πουλιών και από πιο ανήσυχα σημεία καθώς σηκώνεται αέρας.

Στο 2ο μέρος, adagio (αργά), ο ύπνος ενός νεαρού βοσκού στη φύση ταράζεται από μια αστραπή, αλλά κι από σμήνη κουνουπιών και μυγών.

Η καταιγίδα τελικά, ξεσπάει στο 3ο μέρος, presto (πολύ γρήγορο). Καταρρακτώδης βροχή και χαλάζι μαστιγώνουν τα χωράφια και λυγίζουν το καλαμπόκι.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Οι χωρικοί γιορτάζουν το θερισμό με πιοτό και χορούς, όπως φαίνεται κι απ’ τη χαρούμενη μελωδία του εναρκτήριου allegro του 1ου μέρους.

Ένα αργό τμήμα υποβάλλει την εικόνα των χωρικών που αποκοιμιούνται και το όλο μέρος τελειώνει και πάλι με το χορό.

Το 2ο μέρος, adagio, βρίσκει όλους να παραδίδονται σ’ έναν γλυκό ύπνο μετά το ξέφρενο πανηγύρι, συνοδευόμενο απ’ το τσέμπαλο.

Στο 3ο μέρος, allegro, η μουσική απεικονίζει έναν κυνηγό. Οι γρήγορες φράσεις στο βιολί, περιγράφουν τον πανικό του φοβισμένου θηράματος μέχρι την επιστροφή στο θέμα του κυνηγού.

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Η αρχή του 1ου μέρους, allegro, υποβάλλει το παγωμένο χιόνι και το παγερό κρύο. Όταν αρχίζει ο σολίστ, ακούγεται σαν τον παγερό άνεμο ενώ το τρέμολο των εγχόρδων απεικονίζει ανθρώπους που τρέμουν απ’ το κρύο και χτυπούν τα πόδια στη γη για να ζεσταθούν.

Η μελωδία του 2ου μέρους, largo, με συνοδεία pizzicato, υπονοεί τη ζεστασιά και τη θαλπωρή δίπλα στο τζάκι.

Στο τελικό 3ο μέρος, allegro, οι άνθρωποι προσπαθούν να βαδίσουν και μερικές φορές γλιστρούν στον πάγο. Τα γρήγορα σημεία θυμίζουν τον παγωμένο άνεμο μαζί με το τρέμολο που δίνει κι ένα δραματικό τέλος.